Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Γιουνγκ: ο δεύτερος λόγος προς τους νεκρούς. Η ενότητα του Θεού και του Διαβόλου.


Ο δεύτερος λόγος προς τους νεκρούς του Γιουνγκ απαντά στην γνωστή απόφανση του Νίτσε ότι ο Θεός είναι νεκρός. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Νίτσε αποτελεί μια από τις μορφές εκείνες, οι οποίες επηρέασαν πολύ τον ψυχαναλυτή μας. Οι νεκροί, λοιπόν, στο δεύτερο λόγο ρωτούν τον Γνωστικό δάσκαλο Βασιλείδη για το αν ο Θεός είναι νεκρός ή όχι. Αντίθετα όμως από τον Νίτσε ο Γιουνγκ δεν επιβεβαιώνει τον θάνατο του Θεού. Η αναγνώριση της Θεότητας ως μιας μορφής υπαρξιακής ή ψυχολογικής πραγματικότητας είναι σημαντική για την υγεία της ψυχής, όπως θεωρούσε ο Γιουνγκ. Καθώς ο Θεός βρίσκεται μέσα στην ψυχή, παρά σε κάποιο απόμακρο βασίλειο, θα ήταν επιβλαβές για την ψυχή να τον αρνηθεί. Από την άλλη μεριά αυτή η εικόνα του Θεού είναι μόνο μία από τις πολυάριθμες θεϊκές δυνάμεις που κάνουν την εμφάνισή τους στα βάθη του ανθρώπινου πνεύματος. Αυτό έχει ως συνέπεια μέσα στους λόγους να υπονοείται η ύπαρξη μιας πολλαπλότητες θεοτήτων, όπως φαίνεται και από τον τέταρτο λόγο όπου ο δάσκαλος θεωρεί τον εαυτό του ευλογημένο, διότι του έχει δοθεί η γνώση της πολλαπλότητας και της ποικιλίας των θεών. Την ίδια στιγμή κατηγορεί τους νεκρούς για τον μονοδιάστατο μονοθεϊσμό τους, διότι έχουν αντικαταστήσει την πολλαπλότητα με τη μοναδικότητα του ενός Θεού. Μέσα σ’ αυτή την πολλαπλότητα των θεϊκών υπάρξεων, ή όπως θα έλεγαν οι Γνωστικοί των εκπορεύσεων, υπάρχει μία δυάδα που αποτελεί το πρώτο ζευγάρι θεοτήτων, ο Θεός που αποκαλείται Ήλιος και ο αντίπαλός του, ο Διάβολος. Ο Ήλιος περιγράφεται ως αποτελεσματική πληρότητα, ενώ ο Διάβολος ως αποτελεσματική κενότητα. Αυτοί αποτελούν την πρώτη από μια σειρά αντιθετικές δυάδες ή συζυγίες που αναδύονται μέσα στον δημιουργημένο κόσμο.

Η ανθρώπινη ζωή και εμπειρία πάντοτε κινείται παρασυρμένη από την ένταση αντίθετων δυνάμεων. Ο Θεός και ο Διάβολος, ο καλός ήρωας και ο κακός δράκος, ο αδελφοκτόνος Κάιν και ο δολοφονημένος Άβελ αποτελούν όλοι τους αντιπροσώπους των επαναλαμβανόμενων μοτίβων που εικονίζουν συμβολικά την αλληλεπίδραση των αντιθετικών δυάδων. Το κακό είναι το απαραίτητο αντίθετο του καλού, χωρίς το οποίο δεν θα υπήρχε το καλό. Είναι αδύνατο ακόμη και να σκεφτεί κανείς ότι το κακό δεν υπάρχει. Ο Γιουνγκ ήταν ιδιαίτερα επίμονος στην αναγνώριση της πραγματικότητας και του τιτανικού μεγέθους του κακού, διότι αισθανόταν ότι η δυτική ανθρωπότητα, ξεκινώντας από τη χριστιανική θεολογία, είχε μειώσει με καταστροφικό τρόπο την υπαρξιακή δύναμη του κακού. Η άφιξη της ψυχολογίας του βάθους ως επιστήμης μετέτρεψε αυτό που μέχρι τότε ερμηνευόταν στις διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις με θεολογικό τρόπο ως αντίθεση μεταξύ καλού και κακού σε μια πραγματικότητα, η οποία είναι εγκατεστημένη μέσα στην ανθρώπινη ψυχή. Συνεπώς ο Θεός και ο Διάβολος αποκαλύπτονται ως αντιθετικές αρχές που ενεργούν μέσα μας. Ο Φρόιντ αποκαλούσε αυτές τις δύο αντιθετικές αρχές με βάση ονόματα θεοτήτων από την αρχαιότητα: Έρωτας, το ένστικτο της ζωής, και Θάνατος, το ένστικτο του θανάτου. Ο δεύτερος λόγος προς τους νεκρούς εκφράζει μια πολύ παρόμοια αντίληψη, όταν αποδίδει την πληρότητα και την γεννητική ικανότητα στον Θεό, ενώ την κενότητα και την καταστροφή στον Διάβολο. Ο Θεός που συλλαμβάνει τα πάντα και τα γεννά στέκεται σε αντίθεση απέναντι στον Διάβολο, τον καταβροχθιστή των πάντων. Ωστόσο ο διαχωρισμός ανάμεσα στις δύο αυτές πρωταρχικές εικόνες του καλού και του κακού δεν σχετίζεται με την ηθική ποιότητα, αλλά με το ενεργητικό αποτέλεσμα. Δεν είναι δηλαδή κατά βάθος ηθικής φύσεως, αλλά βασίζεται στα αποτελέσματά τους στον άνθρωπο και τον κόσμο.
Στον δεύτερο λόγο ο Γιουνγκ πραγματεύεται την ύπαρξη μιας πρωταρχικής διχοτομίας μέσα στην ψυχή, που ξεπερνιέται από μια μυστηριώδη συμφιλιωτική δύναμη, η οποία αποκαλείται Αβραξάς, κατά το πρότυπο ορισμένων αρχαίων Γνωστικών συστημάτων. Οι δύο αντίθετες δυνάμεις του Θεού και του Διαβόλου είναι προσδιορισμένες και εξαναγκάζουν την ανθρώπινη ύπαρξη να υποστεί ψυχικές συγκρούσεις και να πάρει αποφάσεις που προκαλούν πόνο. Ωστόσο αυτές οι συγκρούσεις και οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται εν κενώ. Η ζωή βιώνεται μέσα σε ένα είδος δυναμικού πεδίου δραστηριότητας, συμβάντων, και είναι ακριβώς αυτή η ροή των συμβάντων που εξισορροπεί και συμφιλιώνει δημιουργικά τα στοιχεία της ζωής, τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνονται μη συμβατά και συγκρουόμενα μεταξύ τους. Αντίθετα με άλλες σχολές σκέψης, ο Γιουνγκ ποτέ δεν οραματίστηκε την απουσία της σύγκρουσης ως μιας επιθυμητής πορείας για την ανθρώπινη συνείδηση. Μέσω της σύγκρουσης μεταξύ της θέλησης και της μη θέλησης, του ναι και του όχι, της κατάφασης και της άρνησης ξετυλίγεται ο απώτατος εαυτός μας. Οι ηθικές αντιθέσεις αποτελούν επομένως μόνο ένα μέρος της διαδικασίας της ανάπτυξης προς την ολότητα. Είναι απλουστευτικές οι θρησκείες στις οποίες έχουμε από τη μια τον Θεό, ο οποίος είναι φως, καλοσύνη, θετικότητα, κατάφαση, ενώ από την άλλη στέκει το στοιχείο του κακού, το οποίο θεωρείται κυρίως ως απουσία του καλού, ως μια άβυσσος αρνητικότητας και σκότους. Γενικά η ανθρώπινη θρησκευτικότητα διατρανώνει ότι αποτελεί καθήκον του ανθρώπου ο πόλεμος ενάντια στον αρνητικό πόλο και ο αγώνας προσέγγισης προς τον θετικό πόλο. Έτσι το καλό είναι μέσα στον Θεό, ενώ το κακό έξω από τον Θεό, ενώ εμείς στεκόμαστε μεταξύ των δύο, προσπαθώντας να ακολουθήσουμε το καλό και αποτυγχάνοντας συνήθως να το κάνουμε με αποτελεσματικότητα. Ο Γιουνγκ διαφωνούσε βαθύτατα μ’ αυτήν την άποψη και θεωρούσε ότι από ψυχολογική σκοπιά ήταν ανυπόστατη. Στο πλαίσιο της ψυχαναλυτικής σκέψης του Γιουνγκ το καλό και το κακό δεν αποτελούν απόλυτες ποιότητες, αλλά ανθρωπομορφικές κρίσεις που εξαρτώνται από τις αξίες, οι οποίες εντυπώνονται στον άνθρωπο μέσω της κουλτούρας και της θρησκείας. Το καλό και το κακό δεν αποτελούν αντίθετους πόλους, αλλά έχουν τη μορφή ενός κύκλου, όπου αν περπατήσει κανείς αρκετά προς τη μία κατεύθυνση, θα συνειδητοποιήσει σύντομα ότι έχει βρεθεί στην πορεία της άλλης και αντίστροφα. Σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει καλό που να μην μπορεί να δημιουργήσει κακό και το αντίθετο.
Στο πλαίσιο της ιουδαϊκής και της χριστιανικής ηθικής παράδοσης ο άνθρωπος οφείλει να επιλέγει το καλό και να απορρίπτει το κακό συνειδητά και με βάση τη λογική θέληση. Αν κάποιος αρνείται να ακολουθήσει αυτό τον δρόμο, θεωρείται ανάξιος, ανήθικος και υποχείριο διαβολικών δυνάμεων. Αντίθετα ο Γιουνγκ πιστεύει ότι η ηθική σύγκρουση δεν μπορεί να επιλυθεί μόνο από τη συνείδηση και ότι οι παραδοσιακές ηθικές αξίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως η ύψιστη αυθεντία. Επιπρόσθετα προς το συνειδητό και τις εντολές του, το ασυνείδητο πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη. Αυτό δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση πρόσκληση για ηθική αναρχία. Πότε ο Γιουνγκ δεν διακήρυξε ότι δεν έχουμε προσωπική υπευθυνότητα απέναντι στον κόσμο, ο οποίος βρίσκεται έξω από τον εαυτό μας, ούτε υπονόησε ότι οι νόμοι, οι κανονισμοί και οι συμβάσεις πρέπει να περιφρονούνται. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι δίπλα σε αυτές τις εξωτερικές απαιτήσεις πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο εσωτερικός μας κόσμος. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να επιβιώσει ως ολοκληρωμένο ον μονάχα με τις συμβάσεις της κοινωνίας στην οποία ζει, αλλά χρειάζεται επίσης την τροφή, η οποία πηγάζει από εκείνο το κομμάτι του εαυτού του, το οποίο είναι αρχαιότερο και πολύ ισχυρότερο από το κράτος, την εκκλησία, την κοινωνία ή ακόμη και την οικογένεια. Οφείλουμε να λατρεύουμε το φως, αλλά και το σκοτάδι απαιτεί τον σεβασμό μας. Αυτό το οποίο αποτελεί μια αδιαίρετη ενότητα μέσα στο πλήρωμα εμφανίζεται στην διαφοροποιημένη συνείδηση ως διχοτομία. Διασπασμένος στα δύο ο Εαυτός, το αρχέτυπο της ολότητας, υπόκειται σε διακρίσεις μέσω της σύγκρουσης. Η διαδικασία της εξατομίκευσης είναι εξαιρετικά δύσκολη, αφού συμπεριλαμβάνει πάντοτε μια σύγκρουση καθηκόντων, της οποίας η επίλυση απαιτεί από μας να κατανοήσουμε ότι αυτό το οποίο είναι αντίθετο προς τη θέλησή μας είναι επίσης μια όψη της θέλησης του Θεού. Έτσι ενώ το πλήθος απαιτεί υπακοή στη θέληση του Θεού, ο Γνωστικός άνθρωπος απαιτεί ταυτόχρονα υπακοή και ανυπακοή. Ο νόμος του πρωινού που είναι κατάλληλος για όσους από πνευματική άποψη είναι βρέφη πρέπει να  παραβιαστεί από εκείνους που έχουν προχωρήσει στον νόμο του απογεύματος, όπου το φως της διαφοροποιημένης συνείδησης πρέπει να χαμηλώσει, προκειμένου να δεχτεί τη λάμψη του μεσονύκτιου ήλιου της εξατομίκευσης.
Σύμφωνα με το Γνωστικό Ευαγγέλιο του Φιλίππου το φως και το σκοτάδι, η ζωή και ο θάνατος, το αριστερό και το δεξί είναι αδέρφια το ένα με το άλλο και δεν μπορεί κανείς να τα διαχωρίσει. Γι’ αυτό το λόγο το καλό δεν είναι καλό,  το κακό δεν είναι κακό, η ζωή δεν είναι ζωή και ο θάνατος δεν είναι θάνατος. Βρίσκουμε λοιπόν ότι στο δεύτερο λόγο οι αρχές που αποκαλούνται Θεός και Διάβολος αποτελούν τις δύο Γνωστικές κατηγορίες της ύπαρξής μας, οι οποίες γίνονται αντικείμενο εμπειρίας από όσους κατανοούν τη Γνώση ως μια δυαδικότητα, η οποία ωστόσο ριζώνει σε μια υποκείμενη ενότητα. Ο Εαυτός της ψυχολογίας του Γιουνγκ ανήκει σε ένα υπερσυνειδητό βασίλειο και επομένως δεν μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτός από τη συνείδηση παρά μόνο έμμεσα, δηλαδή μέσω των  καλών και κακών εκπορεύσεών του. Οι πρώτες εμφανίζονται ως φως και σχετίζονται με τις αποδέκτες αξίες της συνείδησης, ενώ οι δεύτερες είναι η σκιά που συνοδεύει το φως και λειτουργεί ως το δαιμονικό μισό της ψυχής. Επομένως για τον Γιουνγκ, αντίθετα από το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής θρησκευτικότητας και φιλοσοφίας, η σωτηρία του ανθρώπου, η εξατομίκευση σύμφωνα με την ορολογία του, δεν προκύπτει από την απόρριψη του κακού. Ο καλός Θεός του φωτός, ο Ήλιος, και ο κακός Θεός του σκότους, ο Διάβολος είναι εξίσου ανεπαρκείς σε σχέση με το απώτατο καθήκον της ανθρώπινης ύπαρξης. Πέρα και πάνω από αυτούς υπάρχει μια τρίτη δύναμη, πάνω στην οποία αυτοί οι δύο πόλοι της ύπαρξης δεν έχουν καμία εξουσία και αποτελεσματικότητα. Ο Θεός και ο Διάβολος ενώνονται σε ένα τρομακτικό και μεγαλόπρεπο θεϊκό υβρίδιο, έναν πραγματικό Θεό-Διάβολο, τον οποίο ο Γιουνγκ αποκαλεί Αβραξά και του οποίου την φύση αναλύει περισσότερο στον τρίτο λόγο.
[Stephan Hoeller, The Gnostic Jung, 76-83] 

Λόγος Β΄
Στη διάρκεια της νύχτας οι νεκροί στάθηκαν κατά μήκος των τοίχων και αναφώνησαν: «θέλουμε να μάθουμε για τον Θεό! Πού είναι ο Θεός; Είναι ο Θεός νεκρός;»
Ο Θεός δεν είναι νεκρός. Είναι τόσο ζωντανός όσο ήταν πάντα. Ο Θεός είναι ο δημιουργημένος κόσμος στο βαθμό που είναι κάτι ορισμένο και επομένως είναι διαφοροποιημένος από το πλήρωμα. Ο Θεός αποτελεί μια ιδιότητα του πληρώματος και όλα όσα είπα σε σχέση με τον δημιουργημένο κόσμο είναι εξίσου αληθινά και γι’ αυτόν.  
Ωστόσο ο Θεός είναι διαφορετικός από τον δημιουργημένο κόσμο στο βαθμό που είναι λιγότερο ορισμένος και λιγότερο προσδιορίσιμος σε σχέση με τον δημιουργημένο κόσμο γενικά. Είναι λιγότερο διαφοροποιημένος από τον δημιουργημένο κόσμο, επειδή η βάση της ύπαρξής του είναι η αποτελεσματική πληρότητα. Μόνο στο βαθμό που είναι ορισμένος και διαφοροποιημένος είναι ταυτόσημος με τον δημιουργημένο κόσμο. Έτσι αποτελεί την φανέρωση της αποτελεσματικής πληρότητας του πληρώματος.
Οτιδήποτε δεν διαφοροποιούμε πέφτει μέσα στο πλήρωμα και ακυρώνεται μαζί με το αντίθετό του. Επομένως εάν δεν διαφοροποιήσουμε τον Θεό, τότε η αποτελεσματική πληρότητα ακυρώνεται για μας. Ο ίδιος ο Θεός είναι επίσης το πλήρωμα, όπως ακριβώς και το μικρότερο σημείο μέσα στον δημιουργημένο κόσμο αλλά και στο βασίλειο του αδημιούργητου αποτελεί από μόνο του το πλήρωμα.
Η αποτελεσματική κενότητα αποτελεί την ύπαρξη του Διαβόλου. Θεός και Διάβολος είναι οι πρώτες φανερώσεις του τίποτα, το οποίο αποκαλούμε πλήρωμα. Δεν έχει σημασία εάν το πλήρωμα υπάρχει ή δεν υπάρχει, επειδή ακυρώνει από μόνο του τον εαυτό του σε όλα τα πράγματα. Ο δημιουργημένος κόσμος όμως είναι διαφορετικός. Στο βαθμό που ο Θεός και ο Διάβολος είναι δημιουργημένα όντα δεν ακυρώνουν ο ένας τον άλλον. Αντίθετα στέκουν ο ένας απέναντι στον άλλον ως ενεργά αντίθετα.  
Δεν χρειαζόμαστε αποδείξεις για την ύπαρξή τους. Είναι αρκετό το ότι χρειάζεται να μιλάμε διαρκώς γι’ αυτούς. Ακόμη κι αν δεν υπήρχαν,  ο δημιουργημένος κόσμος,  εξαιτίας της δίκης του διαφοροποιημένης φύσης,  θα τους δημιουργούσε από το πλήρωμα. Όλα τα πράγματα που δημιουργούνται από το πλήρωμα μέσω της διαφοροποίησης είναι ζεύγη των αντιθέτων. Συνεπώς ο Θεός έχει πάντοτε μαζί του τον Διάβολο. Αυτή η αλληλοσυσχέτιση, όπως έχετε μάθει, είναι τόσο στενή, είναι τόσο αξεδιάλυτη και στην δική σας ζωή, ώστε να είναι σχεδόν το ίδιο με το καθαυτό πλήρωμα. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι αυτοί οι δύο στέκονται πολύ κοντά στο πλήρωμα, στο οποίο όλα τα αντίθετα ακυρώνονται και ενοποιούνται.
Ο Θεός και ο Διάβολος διακρίνονται μεταξύ τους από την πληρότητα και την κενότητα, την δημιουργία και την καταστροφή. Η ενεργητικότητα είναι κοινή και στους δύο. Η ενεργητικότητα τους ενώνει. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που η δημιουργικότητα στέκεται πάνω και από τους δύο, αποτελώντας έναν Θεό πάνω από το Θεό, εφόσον ενοποιεί την πληρότητα και την κενότητα με τη δράση της.
Υπάρχει ένας Θεός για τον οποίον δεν ξέρετε τίποτα, επειδή η ανθρωπότητα τον έχει ξεχάσει. Τον αποκαλούμε με το όνομά του, Αβραξάς. Είναι λιγότερο προσδιορισμένος από ό,τι ο Θεός ή ο Διάβολος. Προκειμένου να διαχωρίσουμε τον Θεό από αυτόν, αποκαλούμε τον Θεό «Ήλιο».
Ο Αβραξάς είναι δραστηριότητα. Τίποτα δεν μπορεί να του αντισταθεί εκτός από το μη πραγματικό,  και έτσι η ενεργός ύπαρξή του ξεδιπλώνεται ελεύθερα. Το μη πραγματικό δεν υπάρχει και έτσι δεν μπορεί να αντισταθεί στ’ αλήθεια. Ο Αβραξάς στέκεται πάνω και από τον Ήλιο και από το Διάβολο. Είναι ο απίθανα πιθανός, ο οποίος είναι δυνατός στο βασίλειο του μη πραγματικού. Αν το πλήρωμα ήταν ικανό να διαθέτει μια ύπαρξη, ο Αβραξάς θα ήταν η φανέρωσή της.
Μολονότι ο Αβραξάς είναι η ίδια η δραστηριότητα,  δεν αποτελεί ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αλλά το αποτέλεσμα γενικά. Εξακολουθεί να αποτελεί ένα δημιουργημένο ον,  στο βαθμό που είναι διαφοροποιημένος από το πλήρωμα.
Ο Ήλιος έχει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα και το ίδιο και ο Διάβολος. Γι’ αυτό τον λόγο  εμφανίζονται σε μας πιο αποτελεσματικοί  από όσο ο μη προσδιορισμένος Αβραξάς. Διότι αυτός αποτελεί δύναμη, διάρκεια, αλλαγή.
Σ’ εκείνο το σημείο οι νεκροί δημιούργησαν μία μεγάλη αναταραχή, επειδή ήταν χριστιανοί.