ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΓΚΟΥΣΤΑΦ ΓΙΟΥΝΓΚ

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Ο Καιόμενος και ο Αναπτυσσόμενος: ο Έρως και το Δέντρο της Ζωής (Καρλ Γιουνγκ, τέταρτος λόγος προς τους νεκρούς)


Έχοντας παρουσιάσει στους νεκρούς την εντυπωσιακή μορφή του Αβραξά, ο Βασιλείδης/Γιουνγκ συνεχίζει διδάσκοντας τους απρόθυμους μαθητές του περαιτέρω μυστήρια, τα οποία αφορούν σπουδαίες δυάδες πνευματικών δυνάμεων, οι οποίες, αντίθετα με τον Αβραξά, δεν αντιπροσωπεύουν την ένωση των αντιθέτων, αλλά μάλλον τον διαχωρισμό τους, ή ακόμη και μια πολεμική σχέση μεταξύ τους. Η δυαδικότητα και η ενότητα είναι στην πραγματικότητα εξίσου ζωτικές και συνυπάρχουσες αρχές της λειτουργίας της ψυχικής φύσης. Ο ψυχοφυσιολογικός οργανισμός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η ενότητα, ωστόσο τιτανικές και φοβερές δυαδικές δυνάμεις εντός της αιωνίως ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την κυριαρχία. Παγιδευμένα σε μια αιώνια πάλη, σώμα και πνεύμα, αίσθηση και διάνοια, θηλυκό και αρσενικό, ένστικτο και πολιτισμός μάχονται στο διηνεκές το ένα το άλλο σε έναν πόλεμο που είναι ταυτόχρονα αναγκαίος και  μάταιος.
Παλαιοί φιλόσοφοι και θεολόγοι είχαν διακηρύξει ότι δύο αντίθετα πνεύματα κατοικούν στη δομή της κοσμικής και της ανθρώπινης ζωής και ότι στέκονται σε μια θανάσιμη αντιπαλότητα μεταξύ τους. Το αναπτυσσόμενο πνεύμα είναι το πνεύμα του πολιτισμού. Επιζητεί διαρκώς να δημιουργήσει μορφές μέσα από τις οποίες η ζωή μπορεί να επεκταθεί, να χτίσει και να κάνει τον εαυτό της πιο ασφαλή. Το καιόμενο πνεύμα, από την άλλη, αναζητεί την κίνηση, την αλλαγή, την περιπέτεια, την μάχη, μερικές φορές ακόμη και την σύγκρουση και τη βία. Συνεπώς το αναπτυσσόμενο πνεύμα είναι ειρηνικό, ενώ το καιόμενο πνεύμα είναι πολεμικό. Ο πολιτισμός έχει την τάση να διατηρεί, αλλά μερικές φορές γίνεται και συντηρητικός, ενώ ο αντιτιθέμενος δυναμισμός είναι επαναστατικός. Και οι δύο δυνάμεις αποτελούν μέρος της φυσικής τάξης: πόλεμος και ειρήνη, διατήρηση και καταστροφή, εποικοδομητική εξέλιξη και καταστροφική επανάσταση. Το να ταυτίσει κανείς την φύση με την ειρήνη και την γαλήνη αποκλείοντας τον πόλεμο και την αγριότητα αντιτίθεται στην απόδειξη της παρατήρησης. Είναι πράγματι το ειρηνικό ηλιοβασίλεμα πιο φυσικό από όσο ένα ηφαίστειο που εκρήγνυται;  Είναι το αηδόνι πιο φυσικό από το γεράκι;  Στον δυναμισμό της φύσης η θανάτωση είναι το ίδιο αναγκαία όσο και η γέννηση. Οι ανθρώπινες ηθικές αξίες δεν μπορούν και δεν πρέπει να προβάλλονται πάνω στη φύση για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ανήκουν εκεί. Κάποιος δικαιολογημένα μπορεί να πιστεύει ότι η ειρήνη είναι καλύτερη από τον πόλεμο, ότι η ευσπλαχνία είναι προτιμότερη από τη σκληρότητα, αλλά πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι αξίες που υπόκεινται σ’ αυτού του είδους τις κρίσεις είναι παραγωγές όχι της φύσης, αλλά της συνείδησης στην ψυχολογική έννοια της λέξης, δηλαδή ως κάτι που αντιτίθεται στο ασυνείδητο.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Γιουνγκ, Λόγος τρίτος προς τους νεκρούς: από τον συγκρουσιακό δυισμό στον συμπληρωματικό δυισμό


Η μορφή του μυστηριώδους Αβραξά, η οποία πρωτοεμφανίζεται στο τέλος του δεύτερου λόγου προς τους νεκρούς, αναλύεται καλύτερα στον τρίτο λόγο. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε για ποιο λόγο αυτή η γνωστική θεότητα ελκύει τόσο πολύ τον Γιουνγκ. Ανταποκρίνεται στις τρεις βασικές αρχές της ψυχολογίας του, δηλαδή στην ενότητα των αντιθέτων, στον αγώνα για εξατομίκευση μέσω της σταδιακής κατάκτησης εκ μέρους της συνείδησης διαφόρων περιοχών του ασυνείδητου, και τέλος στην αναδιαμόρφωση από τον Γιουνγκ της φροϋδικής  έννοιας της λίμπιντο ως ψυχικής ενέργειας ή πνευματικής δύναμης τιτανικού μεγέθους, η οποία χρησιμοποιείται από την ψυχή για τους δικούς της μυστηριώδεις σκοπούς. Τόσο στο τελευταίο μέρος του δεύτερου λόγου, αλλά και σε όλη την έκταση του τρίτου λόγου, ο Γιουνγκ δείχνει να καταλαβαίνει την δυνητικά αρνητική επίπτωση που μπορεί να είχε η μορφή του Αβραξά στην συντηρητική θρησκευτικότητα. Γι’ αυτό και ο δεύτερος λόγος τελειώνει  με τη φράση ότι οι νεκροί θύμωσαν επειδή ήταν χριστιανοί.
Ο Γιουνγκ αποκαλεί τον Αβραξά ως τον αληθινά τρομερό, επειδή έχει την ικανότητα να γεννά την αλήθεια και το ψεύδος, το καλό και το κακό, το φως και το σκότος, με τον ίδιο λόγο και την ίδια πράξη. Η έννοια μιας θεότητας, η οποία περιέχει τα πάντα, εντός της οποίας τα αντίθετα συνυπάρχουν ταυτόχρονα και από την οποία προκύπτουν χωρίς τούς τρόμους της ηθικής κρίσης και αντίθεσης, δεν είναι ανεκτή στην μη Γνωστική πνευματικότητα του δυτικού χριστιανικού κόσμου τα τελευταία χίλια επτακόσια χρόνια. Οι Γνωστικοί επανειλημμένα κατηγορήθηκαν από τους αντιπάλους τους ως δυϊστές, δηλαδή  ότι πίστευαν σε δύο ισότιμες και αντίθετες αρχές, του καλού και του κακού. Πράγματι μπορεί να ειπωθεί ότι στον Γνωστικισμό πραγματείες που αφορούν την ύψιστη θεότητα εμφανίζονται συχνά να μην ασχολούνται με ηθικά ερωτήματα, στο βαθμό που  πραγματεύονται μια πραγματικότητα πέρα από την δυαδική κατηγορία του καλού και του κακού. Ο Γιουνγκ στην διεισδυτική του κατανόηση του Γνωστικισμού αντιλήφθηκε πως δεν είναι ο δυισμός, αλλά η αναγνώριση της υπέρτατης αναγκαιότητας για την ένωση των αντιθέτων που αποτελεί την καρδιά της Γνωστικής στάσης απέναντι στον κόσμο. Χαρακτηρίζοντας τον Αβραξά ως ανώτερο αλλά και κατώτερο Πάνα και ως Πρίαπο, ο Γιουνγκ τον ταυτίζει με την κοσμική και αδιαφοροποίητη ψυχική ενέργεια, αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα ότι αυτή η ίδια ενέργεια ενσαρκώνεται κατά έναν ορισμένο τρόπο στις δυνάμεις των ενστίκτων, που αποτελούν τον κατώτερο Πάνα, δηλαδή την τυφλή, αλλά ισχυρή και ενστικτώδη φύση της ανθρωπότητας, η οποία συμβολίζεται από τον διαρκώς όρθιο φαλλό του Πρίαπου. Τα υψηλότερα αρχέτυπα του ασυνείδητου ορισμένες φορές έχουν θεωρηθεί ως υψηλότερα ανάλογα των ενστίκτων και μπορεί κανείς εξίσου σωστά να πει ότι τα ένστικτα με τη σειρά τους αποτελούν τις κατώτερες αντιστοιχίες των αρχετύπων. Έτσι ο Αβραξάς μπορεί ταυτόχρονα να είναι η αγάπη αλλά και ο φονιάς της αγάπης, ο Χριστός αλλά και ο Ιούδας. Κάποτε ο Γιουνγκ είπε ότι κανένα δένδρο δεν μπορεί να απαρνηθεί τις ρίζες του στην ταπεινή γη, διότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα καταστραφεί. Το ριζικό σύστημα του πνεύματος ενσαρκώνεται στα ένστικτα του ψυχοφυσιολογικού οργανισμού της ανθρωπότητας. Αν αποκοπούμε από αυτές τις ρίζες, τότε καταστρεφόμαστε, διότι χωρίς αυτές το ίδιο το δένδρο της ύπαρξης θα πέσει και τα υπέροχα άνθη των ιδανικών μας θα χαθούν. Γι’ αυτές τις ιδέες του ο Γιουνγκ κατηγορήθηκε ότι θεοποίησε τα ένστικτα χωρίς όμως να τα εξαγνίσει. Δεν έγινε κατανοητό από τους κριτικούς ότι το σκοτάδι μέσα στην ψυχή πρέπει να γίνει αποδεκτό και τελικά να συμφιλιωθεί με το φως σε μία κατάσταση ολότητας που δεν είναι ούτε φως ούτε σκοτάδι, αλλά μια κατάσταση η οποία είναι ταυτόχρονα και τα δύο και όμως κάτι περισσότερο από αυτά. Η ζωή και ο θάνατος συνήθως γίνονται αντιληπτά ως  πολικά αντίθετα  που συγκρούονται μεταξύ τους, επειδή  η σκέψη μας έχει διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να  δέχεται την ιδέα πως δεν μπορούν να υπάρξουν και τα δύο μαζί ταυτόχρονα. Αυτού του είδους η σκέψη χαρακτηρίζει ωστόσο την διαφοροποιημένη συνείδηση του εγώ, στο βαθμό που το εγώ κυριαρχείται μόνο από συνειδητά κίνητρα και προϋποθέσεις.  Αληθεύει ότι στον κόσμο του συνειδητού εγώ που εξαρτάται από την αντίληψη των αισθήσεων για  την εικόνα της πραγματικότητας  που έχει διαμορφώσει, τα πράγματα και οι καταστάσεις είναι πάντοτε είτε το ένα, είτε το άλλο. Από την άλλη, η ψυχή, η οποία αποτελείται και από το συνειδητό αλλά και από  το ασυνείδητο, δεν ασχολείται με τέτοιου είδους αυστηρές διακρίσεις. Δεν υπάρχει ανθρώπινη ύπαρξη που να είναι εντελώς ανόητη ή εντελώς έξυπνη, ολότελα καλή ή ολότελα κακή. Κι αυτό, επειδή στην ανθρώπινη φύση τα μυστήρια και τα βάθη της ψυχής αποκλείουν κάθε  δυνατότητα για απόλυτη ισχύ σε τέτοιου είδους κατηγορηματικές κρίσεις. Στην ψυχή, και ιδιαίτερα στο ασυνείδητο τμήμα της, τα αντίθετα τείνουν να συμπίπτουν. Στο επίπεδο του συνειδητού αντίθετα τείνουν να διαχωρίζονται, διότι αυτό λειτουργεί όπως μία φωτεινή ακτίνα, η οποία προσδιορίζεται από το περιβάλλον σκοτάδι του ασυνείδητου. Το ασυνείδητο από την άλλη πλευρά περιλαμβάνει τα πάντα. Περιλαμβάνει την κατηγορία «και τα δύο μαζί» και όχι την κατηγορία «είτε το ένα, είτε το άλλο». Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυαδικότητες στο ασυνείδητο. Ακριβώς το αντίθετο. Ο θεός Ήλιος και ο Διάβολος, οι οποίοι περιγράφονται στον δεύτερο λόγο, είναι πάρα πολύ υπαρκτοί στην ολότητά της ψυχής συμπεριλαμβανομένου του ασυνείδητου. Η αρχή ωστόσο του ασυνείδητου δεν είναι ο συγκρουσιακός δυισμός, αλλά ο συμπληρωματικός δυισμός. Στο ασυνείδητο τα αντίθετα συμπληρώνουν το ένα το άλλο, ενώ στο επίπεδο του συνειδητού το ένα από τα δύο αποκλείεται και απορρίπτεται ηθικά. Στο ασυνείδητο, είτε πρόκειται για τα σκοτεινά βάθη της ενστικτώδους λίμπιντο, είτε για τα ιερά ύψη των ψυχικών αρχέτυπων, η ζωή γεννιέται και αναγεννιέται από τη δύναμη του Αβραξά, η οποία είναι απρόσωπη, δεν εμπίπτει σε  ηθικές κατηγορίες, δεν κάνει διακρίσεις, είναι ανελέητη, απρόσβλητη και πάντοτε ενεργή.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Γιουνγκ: ο δεύτερος λόγος προς τους νεκρούς. Η ενότητα του Θεού και του Διαβόλου.


Ο δεύτερος λόγος προς τους νεκρούς του Γιουνγκ απαντά στην γνωστή απόφανση του Νίτσε ότι ο Θεός είναι νεκρός. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Νίτσε αποτελεί μια από τις μορφές εκείνες, οι οποίες επηρέασαν πολύ τον ψυχαναλυτή μας. Οι νεκροί, λοιπόν, στο δεύτερο λόγο ρωτούν τον Γνωστικό δάσκαλο Βασιλείδη για το αν ο Θεός είναι νεκρός ή όχι. Αντίθετα όμως από τον Νίτσε ο Γιουνγκ δεν επιβεβαιώνει τον θάνατο του Θεού. Η αναγνώριση της Θεότητας ως μιας μορφής υπαρξιακής ή ψυχολογικής πραγματικότητας είναι σημαντική για την υγεία της ψυχής, όπως θεωρούσε ο Γιουνγκ. Καθώς ο Θεός βρίσκεται μέσα στην ψυχή, παρά σε κάποιο απόμακρο βασίλειο, θα ήταν επιβλαβές για την ψυχή να τον αρνηθεί. Από την άλλη μεριά αυτή η εικόνα του Θεού είναι μόνο μία από τις πολυάριθμες θεϊκές δυνάμεις που κάνουν την εμφάνισή τους στα βάθη του ανθρώπινου πνεύματος. Αυτό έχει ως συνέπεια μέσα στους λόγους να υπονοείται η ύπαρξη μιας πολλαπλότητες θεοτήτων, όπως φαίνεται και από τον τέταρτο λόγο όπου ο δάσκαλος θεωρεί τον εαυτό του ευλογημένο, διότι του έχει δοθεί η γνώση της πολλαπλότητας και της ποικιλίας των θεών. Την ίδια στιγμή κατηγορεί τους νεκρούς για τον μονοδιάστατο μονοθεϊσμό τους, διότι έχουν αντικαταστήσει την πολλαπλότητα με τη μοναδικότητα του ενός Θεού. Μέσα σ’ αυτή την πολλαπλότητα των θεϊκών υπάρξεων, ή όπως θα έλεγαν οι Γνωστικοί των εκπορεύσεων, υπάρχει μία δυάδα που αποτελεί το πρώτο ζευγάρι θεοτήτων, ο Θεός που αποκαλείται Ήλιος και ο αντίπαλός του, ο Διάβολος. Ο Ήλιος περιγράφεται ως αποτελεσματική πληρότητα, ενώ ο Διάβολος ως αποτελεσματική κενότητα. Αυτοί αποτελούν την πρώτη από μια σειρά αντιθετικές δυάδες ή συζυγίες που αναδύονται μέσα στον δημιουργημένο κόσμο.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Η μυστηριώδης θεότητα Αβραξάς


Η εντυπωσιακή και μυστηριώδης φιγούρα του Αβραξά προέρχεται από τον αρχαίο Γνωστικισμό. Δυστυχώς οι γραπτές πληροφορίες που διαθέτουμε είναι σχετικά λίγες. Ο Ειρηναίος, επίσκοπος στη Λυών στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ., και δριμύς κριτικός των Γνωστικών, σε μια από τις αντιγνωστικές επιθέσεις του σχολιάζει τις μαγικές δραστηριότητες, εικόνες και επωδούς μέσω των οποίων οι Γνωστικοί των ημερών του απευθύνονταν στις αγγελικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν στους διάφορους ουρανούς. Σύμφωνα με τον Ειρηναίο, οι Γνωστικοί, αφού επινόησαν διάφορα ονόματα σαν να ανήκαν σε αγγέλους, λένε ότι άλλοι από αυτούς βρίσκονται στον πρώτο ουρανό, άλλοι στον δεύτερο, και στη συνέχεια καταγράφουν τα ονόματα των αρχόντων, των αγγέλων και των δυνάμεων που είναι κάτοικοι των τριακοσίων εξήντα πέντε φανταστικών ουρανών. Αυτοί οι ουρανοί ήταν σύμφωνα με τον Γνωστικό Βασιλείδη υπό την εξουσία του Αβραξά, μιας φοβερής και δυνατής θεότητας, της οποίας η ακατανίκητη δύναμη γινόταν αντικείμενο επίκλησης στις πολλές αναπαραστάσεις, όπου το πρόσωπό του ήταν χαραγμένο πάνω σε φυλαχτά και μετάλλια.[1] Τα φορούσαν για να προφυλαχθούν από τις επιδράσεις των κυβερνητών αυτού του κόσμου και ως βοήθεια για την άνοδο στην υπερβατική σφαίρα πέρα από τη δύναμη των ουρανίων σωμάτων. Αυτά τα κοσμήματα, συχνά από ακριβούς λίθους και μέταλλα, σώθηκαν χάρη στην απληστία των ανθρώπων που τα διαφύλαξαν ως πολύτιμα. Έτσι έχουμε μια καλή ιδέα για την μαγική όψη του Αβραξά. Οι συνήθως ελλειψοειδείς πολύτιμοι λίθοι δείχνουν μια μορφή με ανθρώπινο σώμα, με κεφαλή κόκορα ή σπανιότερα γερακιού και ερπετόμορφα πόδια. Τα χέρια του θεού κρατούν ασπίδα και μαστίγιο. Η ασπίδα φέρει συνήθως την επιγραφή ΙΑΩ/ΙΑΕ (ή κάτι παραπλήσιο), γεγονός που θυμίζει ως προς τη λειτουργία το εβραϊκό τετραγράμματο όνομα του Θεού. Ο Αβραξάς στέκει ενίοτε πάνω σε άρμα που το σέρνουν τέσσερα λευκά άλογα τρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα. Ο ήλιος και η σελήνη λάμπουν από πάνω για να δείξουν ότι οι αντίθετες δυνάμεις της ημέρας και της νύχτας, του αρσενικού και του θηλυκού, του χρυσού και του άργυρου έρχονται σε μια ισορροπημένη κατάσταση δυναμικής ένωσης μέσα σ’ αυτή την ισχυρά συμβολική φιγούρα. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ερμηνείες των συμβόλων που ενσαρκώνει η φιγούρα του Αβραξά έχουν ως εξής: η κεφαλή κόκορα συμβολίζει την εγρήγορση και συνδέεται και με την ανθρώπινη καρδιά και με την κοσμική, δηλαδή τον ήλιο, η ανατολή του οποίου προαναγγέλλεται από το πρωινό λάλημα του πετεινού. Ο ανθρώπινος κορμός αποτελεί την ενσάρκωση της αρχής του λόγου ή της έλλογης σκέψης πού θεωρείται ως η ανώτερη δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα πόδια που έχουν τη μορφή φιδιών υποδεικνύουν σοφία, με την οποία ο δυναμικός κυβερνήτης της παγκόσμιας ύπαρξης εξουσιάζει τις ίδιες του τις παντοδύναμες ενέργειες. Η ασπίδα στο δεξί χέρι είναι σύμβολο της σοφίας, η οποία προστατεύει όλους τους  θεϊκούς πολεμιστές. Το μαστίγιο στο αριστερό χέρι υποδηλώνει την ακατάπαυστη καθοδηγητική δύναμη της ζωής από την οποία πηγάζει όλη ύπαρξη. Τα τέσσερα λευκά άλογα που σέρνουν το άρμα αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις με τις οποίες η κοσμική ή ψυχική ενέργεια εκφράζει τον εαυτό της και αποκαλούνται με διάφορους τρόπους, άλλοτε ως οι τέσσερις αιθέρες της δύναμης του ήλιου, άλλοτε ως τα τέσσερα στοιχεία, ενώ με όρους της ψυχολογίας του βάθους αντιπροσωπεύουν τις τέσσερις λειτουργίες της ανθρώπινης συνείδησης: αίσθηση, συναίσθημα, σκέψη, διαίσθηση.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΡΛ ΓΙΟΥΝΓΚ, ΕΠΤΑ ΛΟΓΟΙ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ. ΛΟΓΟΣ Α΄


Όπως είδαμε στο εισαγωγικό σημείωμα  ο Γιουνγκ αποδίδει την συγγραφή των επτά λόγων άλλοτε στον Φιλήμονα, άλλοτε στον Σίμωνα Μάγο και άλλοτε στον Βασιλείδη. Ορισμένοι μελετητές έφτασαν στο σημείο να υποστηρίζουν ότι ο Γιουνγκ μ’ αυτόν τον τρόπο υπονοεί  ότι συνέγραψε τους λόγους ως ένα είδος πνευματιστικής εμπειρίας ή σαν να ήταν κάποιο μέντιουμ. Από την άλλη δεν είναι ασυνήθιστο στη μυστικιστική και απόκρυφη γραμματεία ο συγγραφέας να αποδίδει το έργο του σε κάποια αυθεντία του παρελθόντος. Το κίνητρο είναι συνήθως πολύ απλό, η μετριοφροσύνη ή η προσπάθεια να αποδοθεί κύρος στα γραφόμενά. Οι μεγάλες μορφές του μυστικισμού όλων των αιώνων θεωρούσαν τον εαυτό τους έναν απλό γραφέα, ο οποίος καταγράφει όσο πιο πιστά μπορεί τις μεγάλες αλήθειες που του αποκαλύπτονται από ανώτερες δυνάμεις. Κατά κάποιο τρόπο, λοιπόν, ο Γιουνγκ ακολουθεί αυτή την παράδοση αποδίδοντας το έργο του όχι στο ταπεινό εγώ, αλλά στον ανώτερο Εαυτό.
Αξίζει επίσης κανείς να σταθεί στην αναφορά στην Αλεξάνδρεια. Η μεγάλη αυτή ελληνιστική πνευματική πρωτεύουσα είναι το μέρος στο οποίο  συναντιούνται τα  πολυποίκιλα ρεύματα της σοφίας και των πνευματικών παραδόσεων πολλών λαών και πολιτισμών και συγχωνεύονται σε ένα αξεπέραστο αμάλγαμα. Γνωστικισμός, ερμητισμός, ελληνική φιλοσοφία, ιουδαϊκή παράδοση, περσικές και βαβυλωνιακές επιδράσεις, θεουργία, μαγεία, αστρολογία, καθώς και ένα πλήθος άλλων θρησκευτικών και μυστικιστικών παραδόσεων κυκλοφορούν ελεύθερα σ’ αυτήν τη σπουδαία πόλη και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Έτσι η πόλη μετατρέπεται σε ένα είδος αλχημιστικού δοχείου, όπου με ένα μαγικό τρόπο  συντίθενται, συνδυάζονται μεταξύ τους και ανατέλλουν νέες μορφές και πραγματώσεις των μεγάλων παραδόσεων της σκέψης.
Οι «νεκροί», στους οποίους απευθύνεται το μήνυμα και η διδασκαλία των επτά λόγων, σύμφωνα με τη γνωστική παράδοση δεν είναι άλλοι από εμάς τους ζωντανούς. Για τους Γνωστικούς η σωματική ύπαρξη αποτελεί ένα είδος πτώσης, ένα είδος νέκρωσης, αφού μας αποκόπτει από τον ανώτερο κόσμο του πνεύματος. Συνεπώς οι νεκροί εδώ είναι οι πνευματικά νεκροί. Ο δάσκαλος θα τους διδάξει με υπομονή προσπαθώντας να αφυπνίσει τη γνώση μέσα τους, παρά το γεγονός ότι οι νεκροί συχνά δεν τον καταλαβαίνουν και διαμαρτύρονται. Το γεγονός ότι οι νεκροί επιστρέφουν ανικανοποίητοι από την Ιερουσαλήμ δεν είναι φυσικά τυχαίο. Όπως η Αλεξάνδρεια είναι το σύμβολο της ένωσης των παραδόσεων Ανατολής και Δύσης, έτσι και η Ιερουσαλήμ αποτελεί με τη σειρά της ένα διαφορετικά φορτισμένο σύμβολο. Η Ιερουσαλήμ είναι το σύμβολο που αντιτίθεται στον αλεξανδρινό πλουραλισμό και υποδηλώνει την ορθοδοξία, τον νόμο, τον ζηλότυπο μονοθεϊσμό της ιουδαϊκής, ισλαμικής και χριστιανικής παράδοσης. Οι ζωντανοί νεκροί, οι εξόριστοι από τον παράδεισο του πνεύματος, εξακολουθούν να πηγαίνουν ματαίως για προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ, αλλά δεν βρίσκουν ικανοποίηση εκεί.  Επιστρέφουν λοιπόν αναγκαστικά στην Αλεξάνδρεια, για να βρουν τη ζωή και τη γνώση που προσδοκούν.
Αντίθετα από τον προσωποποιημένο θεό του μύθου δημιουργίας της Βίβλου, η ιστορία της καταγωγής της ύπαρξης, όπως δίνεται από τον πρώτο λόγο, παραπέμπει σε ένα άπειρο, απρόσωπο, άφατο, απροσδιόριστο και απόλυτα υπερβατικό πεδίο, το οποίο βρίσκεται στην ρίζα του συνόλου της συνείδησης και του ασυνείδητου. Από αυτήν την πληρότητα, το πλήρωμα, το οποίο αποτελεί μία πολύ συνηθισμένη γνωστική έκφραση για την πρωταρχική θεϊκή ουσία, αναδύονται εκπορεύσεις διαφοροποιημένων υπάρξεων στη σειρά, οι οποίες κατέχουν ιδιότητες αποκαλυπτικές του πρωταρχικού πεδίου. Σ’ αυτήν την πληρότητα των αδιαφοροποίητων δυνατοτήτων, όλα τα αντίθετα είναι ακόμη σε μια κατάσταση ισορροπίας. Μόνο αρκετά αργότερα προχωρούν σε μια σταδιακή αποτελεσματική φανέρωση, πρώτα ως δύο αντιθέσεις και στη συνέχεια ως πολύ περισσότερες που κατάγονται από αυτές και διατάσσονται σε ένα πλήθος ζευγών ή συζυγιών, κατεβαίνοντας από το δυνητικό και υπερβατικό στο πραγματικό και άμεσο. Αυτήν την γνωστική κοσμογονία ή θεογονία ο Γιουνγκ τη μετατρέπει στο δικό του ψυχαναλυτικό σύστημα μέσω διαφόρων αναλογιών. Τη θέση των θεϊκών υπάρξεων την παίρνουν τα αρχέτυπα και το σύνολο αυτών των αρχετύπων δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ψυχολογικό αντίστοιχο του πληρώματος. Το σύνολο αυτών των αρχετύπων δηλώνει όλες τις κρυφές δυνατότητες της ανθρώπινης ψυχής μέσα στην οποία κατοικεί ένα τεράστιο απόθεμα γνώσης και δύναμης που δεν αφορά προσωπικές ψυχικές αναζητήσεις, αλλά τις πιο δυνατές σχέσεις ανάμεσα στο θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο. Αυτό το απόθεμα της ψυχής μας είναι κλειστό για τους περισσότερους από εμάς, αλλά εάν το ανοίξουμε και του δώσουμε μια νέα ζωή ενσωματώνοντάς το στη συνείδησή μας, τότε απαλλάσσουμε τον εαυτό μας από την γεμάτη πόνο ψυχική απομόνωση και για μια ακόμη φορά ενσωματωνόμαστε στην αιώνια διαδικασία της πληρότητας της ύπαρξης. Το πλήρωμα επομένως στην ψυχολογική του έννοια δεν είναι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από την πρωταρχική πληρότητα ή ολότητα της ψυχικής πραγματικότητας από την οποία το διαφοροποιημένο εγώ με την πολλαπλότητα των λειτουργιών και δυνάμεών του εκπορεύεται και προς την οποία μέσω της διαδικασίας της εξατομίκευσης αγωνίζεται να επανέλθει. Ωστόσο αυτή η επάνοδος πρέπει να πραγματοποιηθεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Όπως δηλώνει ο Γιουνγκ στον πρώτο λόγο, όταν η ψυχή αποτύχει να κάνει διακρίσεις, τότε εκτείνει τον εαυτό της πέρα από τον κόσμο και πέφτει στην αδιαφοροποίητη κατάσταση. Πέφτοντας όμως στην αδιαφοροποίητη κατάσταση υπόκειται στη διάλυση και στο τίποτα. Η έννοια της εξατομίκευσης, συχνά παρεξηγημένη, είναι η έμφυτη τάση της ανθρώπινης ψυχής να μην θέλει να παραδώσει το φως της συνείδησης και να περιπέσει και πάλι στην εσωτερική άβυσσο της πρωταρχικής ανυπαρξίας. Ο Γιουνγκ ποτέ δεν  οραματίστηκε μια μόνιμη διάλυση της ανθρώπινης ατομικότητας εντός της θεότητας. Αντίθετα αυτή η διάλυση είναι που ελλοχεύει ως κίνδυνος, όταν αποτυγχάνουμε να κάνουμε διακρίσεις. Καθήκον του καθενός μας είναι να παραμείνουμε ξεχωριστά άτομα ως μια αδιαίρετη ψυχική οντότητα την ίδια στιγμή που κατακτούμε τον καλύτερο δυνατό βαθμό πρόσληψης του άφατου μεγαλείου του πληρώματος εντός μας. Όπως τονίζει ο Γιουνγκ, καθένας από μας δεν πρέπει να επιδιώκει ούτε την διαφοροποιημένη κατάσταση του ατομισμού, αλλά ούτε και την εξαφάνιση της προσωπικότητάς του στην αδιαφοροποίητη ομοιομορφία.
Η συνείδηση η οποία αναδύεται στους επτά λόγους σχετίζεται με τα αντίθετα και τα ζεύγη τους και τα αναγνωρίζει ως υπαρξιακές πραγματικότητες στη σφαίρα της ανθρώπινης ζωής. Ενώ στο πλήρωμα αυτά τα ζεύγη των αντιθέτων δεν είναι πραγματικά, στο βαθμό που το ένα εξουδετερώνει το άλλο, στην ανθρώπινη εμπειρία είναι αληθινά και μάλιστα με έναν οδυνηρό τρόπο. Όπως λέει ο Γιουνγκ, μέσα μας το πλήρωμα είναι διαχωρισμένο στα δύο. Καθώς η ανθρώπινη ψυχή εμπλέκεται στον κόσμο της διαφοροποίησης υποχρεωτικά υφίσταται την εμπειρία των ζευγών των αντιθέτων, αφού ανήκουν στο μηχανισμό του βασιλείου της διαφοροποίησης. Εντούτοις τα αντίθετα αποτελούν και μια συμφορά για τον άνθρωπο, επειδή μέσα στην αφέλειά της η ανθρώπινη συνείδηση τείνει να συνδέει τον εαυτό της με ένα από τα δύο στοιχεία κάθε ζεύγους αντίθετων, αποκλείοντας το άλλο. Μ’ αυτό τον τρόπο αγωνιζόμαστε για το καλό και το όμορφο, αλλά ως αποτέλεσμα αυτής της ίδιας αγωνιστικότητας φέρνουμε στην ύπαρξη το κακό και το άσχημο. Εδώ ο Γιουνγκ εκφράζει μια ψυχολογικά εξαιρετικής σημασίας αρχή. Η μονομέρεια του προσανατολισμού της συνείδησης είναι το θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού, ειδικά του σύγχρονου. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε πως αν κάνουμε τα πράγματα σωστά, μπορούμε να έχουμε το ένα αντίθετο χωρίς το ζευγάρι του και ότι η αδυναμία μας να το επιτύχουμε αυτό είναι αποτέλεσμα των ανεπαρκών μεθόδων μας παρά της αναπόφευκτης φύσης της πραγματικότητας. Καθώς η αλληλεπίδραση μεταξύ των αντιθέτων μοιάζει να κυβερνά τον μακρόκοσμο του σύμπαντος, με τον ίδιο τρόπο μοιάζει να κυβερνά και την ζωή της ψυχής. Το συνειδητό τείνει να αναζητήσει το ασυνείδητο, όπως το φως αναζητά το σκοτάδι και όπως η λογική αναζητά την έξαψη του παραλόγου. Ο Γιουνγκ επανειλημμένα τόνισε ότι κάθε φορά που μια παρατεταμένη μονομέρεια κυριαρχεί στην συνειδητή συμπεριφορά ενός ανθρώπου, τότε μια αντισταθμιστική δράση λαμβάνει χώρα στο ασυνείδητο. Ο φανατικός, του οποίου η συνειδητή αφοσίωση σε μια συγκεκριμένη άποψη τον  οδηγεί στην αποτυχία να αποδεχτεί αυτή την αντισταθμιστική δυνατότητα, έχει την τάση να ωθείται σε μια ολοένα αυξανόμενη απομόνωση από την υγιή δυναμική της βαθύτερης ψυχής του. Η φανατική αφοσίωση εξ ορισμού αδυνατεί να αποδεχτεί την υγιή κριτική της μονομέρειάς της. Ο φανατικός μπορεί να ασκεί κριτική σε όλα και σε όλους με την εξαίρεση του εαυτού του και των ιδεών του. Συνεπώς προκύπτει μια δυσαρμονία ως αποτέλεσμα της απόρριψης της αντισταθμιστικής δράσης, με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση των καταστροφικών ιδιοτήτων του ασυνείδητου, στοιχεία του οποίου τυφλά και ορμητικά αρχίζουν να καταλαμβάνουν το άτομο αντίθετα προς τη θέλησή του και την κρίση του. Ασυνάρτητες σκέψεις και διαθέσεις, βίαια ξεσπάσματα, ψυχοσωματικές ασθένειες, παραισθήσεις -όλα αυτά και άλλα πολλά είναι το αποτέλεσμα της απροθυμίας του νου να αποδεχτεί την αρμονία και την αντιστάθμιση. Ό,τι συμβαίνει στο άτομο, το ίδιο συμβαίνει και σε μία κοινωνία. Η μονομέρεια οδηγεί στη μανία. Η υπερβολική συνειδητή επιδίωξη των λογικών αξιών οδηγεί τελικά σε απρόσμενες εκδηλώσεις του παραλόγου. Η αυστηρή επιμονή σε συνειδητά  αποδεκτούς ηθικούς αφορισμούς δημιουργεί τις συνθήκες για το έγκλημα και τη βία. Στις τελευταίες γραμμές του πρώτου λόγου ο Γιουνγκ μας δείχνει την οδό που οδηγεί πέρα από το αδιέξοδο. Σκέψεις που ρέουν προς το μέρος μας από το πλήρωμα, από την αδιαφοροποίητη πληρότητα, τείνουν να είναι απατηλές. Φιλοσοφικές, πολιτικές και κοινωνικές θεωρίες τείνουν να αποτυγχάνουν, επειδή φέρουν τα σημάδια της αφαίρεσης που είναι άσχετη με το πραγματικό κόσμο και δεν έχει αυθεντική σύνδεση με τη δική μας μεταμορφωτική δημιουργικότητα. Για να πετύχουν πραγματικές λύσεις οι ανθρώπινες υπάρξεις, πρέπει να αλλάξουν όχι τις σκέψεις τους, αλλά τον εαυτό τους. Αυτή η ουσιαστική αλλαγή, ωστόσο, θεμελιώνεται όχι στην θεωρητική πληροφόρηση, αλλά στην αυτογνωσία. Επομένως, το να αγωνίζεται κανείς να πραγματώσει την αληθινή του φύση είναι πολύ πιο χρήσιμο από το να αγωνίζεται για την αναλυτική γνώση. Φυσικά η έλλογη σκέψη είναι πολύ χρήσιμη και δεν μπορεί να απαλειφθεί, από την άλλη όμως χτίζει εμπόδια ανάμεσα στην προσωπικότητα και την ασυνείδητη μήτρα της. Για να φτάσει κανείς στην απαραίτητη μεταμορφωτική αυτογνωσία, πρέπει να κρατήσει την έλλογη λειτουργία σε θέση να δέχεται την έμπνευση που προκύπτει από τον Εαυτό. Γι’ αυτό και ο Γιουνγκ-Βασιλείδης νιώθει την ανάγκη να διδάξει τη γνώση στους νεκρούς, με σκοπό να διευκολύνει αυτή την αναγκαία ικανότητα ελέγχου της σκέψης.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΚΑΡΛ ΓΙΟΥΝΓΚ ΚΑΙ Ο ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ


Ο ΚΑΡΛ ΓΙΟΥΝΓΚ ΚΑΙ Ο ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ [i]
Η αναλυτική ψυχολογία του Γιουνγκ συνδέεται με την γνωστική παράδοση. Τα βασικότερα σημεία επαφής είναι τα εξής:
1. Υπάρχει ένα πνευματικό ή τουλάχιστον υπερπροσωπικό στοιχείο στην ανθρώπινη ψυχή. Οι αρχαίοι Γνωστικοί πίστευαν ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν αποτελεί μόνο έναν συνδυασμό της ύλης και της ψυχής, αλλά ότι υπάρχει και ένα τρίτο στοιχείο που κατοικεί μέσα στην ψυχή και ονομάζεται πνεύμα. Σκοπός του Γνωστικού είναι να αφυπνίσει αυτό το στοιχείο. Για τον Γιουνγκ με παρόμοιο τρόπο το ασυνείδητο υπόστρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης αποκαλύπτει στοιχεία μιας ανώτερης πνευματικής δυνατότητας, η οποία αποτελεί πηγή αποκαλύψεων και ενοράσεων και τελικά ωθεί τον άνθρωπο προς την ολοκλήρωση και την πληρότητα.
2. Αυτό το πνευματικό στοιχείο συνομιλεί ενεργητικά με το προσωπικό στοιχείο του εαυτού μας μέσα από τη χρήση συμβόλων. Το πνευματικό στοιχείο δεν αποτελεί ένα σιωπηλό συνέταιρο στη ζωή, αλλά απαιτεί ενεργή συμμετοχή στην ανάπτυξη και τη μεταμόρφωσή του ατόμου. Δεν εκφράζεται με τη συνηθισμένη γλώσσα των αισθημάτων. Τα όνειρα, τα οράματα, οι εναλλακτικές καταστάσεις της συνείδησης και αυτό που ο Γιουνγκ αποκαλούσε συγχρονικότητα αποτελούν τις πιο σημαντικές οδούς γι’ αυτή τη συμβολική επικοινωνία.
3. Τα σύμβολα που προκύπτουν από το πνευματικό στοιχείο της ψυχής αποκαλύπτουν ένα μονοπάτι πνευματικής ή ψυχολογικής ανάπτυξης που μπορεί να ανιχνευθεί όχι μόνο προς κάποια αιτία του παρελθόντος, αλλά και προς έναν σκοπό στο μέλλον. Για τους Γνωστικούς η υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπινου όντος καθορίζεται από δύο παράγοντες, την πτώση από τον κόσμο του φωτός που συνέβη στο παρελθόν και την επιστροφή στον φωτεινό κόσμο στο μέλλον. Ο Γιουνγκ θεωρούσε ότι η ψυχή περιλαμβάνει μια εσωτερική αίσθηση του σκοπού της ως ολότητας και ότι αυτή η αίσθηση καθορίζει σε ένα μεγάλο βαθμό την παρούσα κατάσταση.